άπιστος

άπιστος
(apistos). Γένος περκομόρφων ψαριών της οικογένειας των περκιδών. Ζουν στις τροπικές θάλασσες και ιδιαίτερα στον Ινδικό ωκεανό. Έχουν μήκος 30-50 εκ. και στηθαία πτερύγια πολύ ισχυρά. Είναι γνωστά 15 είδη.
* * *
-η, -ο (AM ἄπιστος, -ον)
1. αυτός που δεν έχει θρησκευτική πίστη, που δεν πιστεύει στον θεό
2. (για μη χριστιανούς) ο αλλόθρησκος
3. ο αναξιόπιστος
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. οι άπιστοι
οι Τούρκοι
μσν.- νεοελλ.
1. όποιος προδίδει την ερωτική ή συζυγική πίστη
2. ετερόδοξος ή αιρετικός
μσν.
1. (για έγγραφο) άκυρος ή πλαστός
2. (για καταγγελία) ψεύτικος
αρχ.-μσν.
απειθάρχητος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ἄπιστος — not to be trusted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπιστος — η, ο επίρρ. α 1. δύσπιστος, καχύποπτος: Άσ τον αυτόν, είναι άπιστος Θωμάς. 2. αυτός που δεν πιστεύει στο Θεό: Ήταν άπιστος ο ίδιος και ζητούσε να κάνει κι άλλους. 3. αυτός που δεν είναι πιστός στις υποχρεώσεις του, δόλιος: Αποδείχτηκε άπιστος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπιστότερον — ἄπιστος not to be trusted adverbial comp ἄπιστος not to be trusted masc acc comp sg ἄπιστος not to be trusted neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἄπιστος — ἄπιστος , ἄπιστος not to be trusted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπιστοτάτων — ἄπιστος not to be trusted fem gen superl pl ἄπιστος not to be trusted masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπιστοτέρων — ἄπιστος not to be trusted fem gen comp pl ἄπιστος not to be trusted masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπιστότατα — ἄπιστος not to be trusted adverbial superl ἄπιστος not to be trusted neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπιστότατον — ἄπιστος not to be trusted masc acc superl sg ἄπιστος not to be trusted neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίστως — ἄπιστος not to be trusted adverbial ἄπιστος not to be trusted masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπιστον — ἄπιστος not to be trusted masc/fem acc sg ἄπιστος not to be trusted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”